Μετάφραση του "lose" σε Ελληνικά

Οι λυτός, σκόρπιος, χαλαρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lose" σε Ελληνικά.

lose adjective verb γραμματική

(etwas) hat Spiel (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λυτός

    adjective

    Der Leningrader Kodex, eine Handschrift in Buchform, besteht heute aus losen Blättern.

    Ο Κώδικας του Λένινγκραντ, ένα χειρόγραφο σε μορφή βιβλίου, είναι τώρα σε λυτά φύλλα.

  • σκόρπιος

  • χαλαρός

    adjective masculine

    Der Stopfen wird lose aufgesetzt und der Inhalt zum Dispergieren geschwenkt.

    Τοποθετείται χαλαρά το πώμα και ακολουθεί περιδίνηση μέχρι να επιτευχθεί διασπορά.

  • χύμα

    adverb

    Preise, die nicht für die Lieferung loser Ware cif Amsterdam gelten, werden angepasst.

    Οι τιμές οι οποίες δεν ισχύουν για παράδοση χύμα cif στο Άμστερνταμ αναπροσαρμόζονται.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lose " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Lose noun
+ Προσθήκη

"Lose" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Lose στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "lose" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • los
    άιντε · άντε · άντε, έλα · χωρίς
  • Los
    ειμαρμένη · κισμέτ · κλήρος · λαχείο · λαχνός · μοίρα · πεπρωμένο · τύχη
  • άντε!
  • χαλαρή σύζευξη
  • απελευθερωνομαι
  • τι τρέχει;
  • Τι συμβαίνει
  • τι συμβαίνει εδώ;
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lose" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη