Μετάφραση του "luftdicht" σε Ελληνικά

Οι αεροστεγής, αεροστεγώς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "luftdicht" σε Ελληνικά.

luftdicht adjective γραμματική

Die Eigenschaft eines Gegenstands, Luft oder ein Gas weder herein noch heraus zu lassen.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αεροστεγής

    adjective masculine

    Bei einem normalen Verfahren würde sie in einem luftdichten, schützenden Behälter gelagert.

    Κανονικά, θα είχε φυλαχτεί σε μια αεροστεγής προστατευτική θήκη.

  • αεροστεγώς

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " luftdicht " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "luftdicht" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη