Μετάφραση του "Luftdruck" σε Ελληνικά

Οι Ατμοσφαιρική πίεση, ατμοσφαιρική πίεση, βαρομετρική πίεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Luftdruck" σε Ελληνικά.

Luftdruck noun Noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ατμοσφαιρική πίεση

    hydrostatische Druck der Luft

    Luftdruck“ der nasse, absolute, atmosphärische statische Druck.

    «Ατμοσφαιρική πίεση»: η υγρή, απόλυτη, ατμοσφαιρική στατική πίεση.

  • ατμοσφαιρική πίεση

    Es gibt keinerlei Probleme, den Luftdruck ohne Quecksilber zu messen.

    Δεν υπάρχει καμία δυσκολία να μετρηθεί η ατμοσφαιρική πίεση χωρίς υδράργυρο.

  • βαρομετρική πίεση

    Die Temperatur und der Luftdruck werden ebenfalls gemessen.

    Μετράται επίσης η θερμοκρασία και η βαρομετρική πίεση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Luftdruck " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

luftdruck
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ατμοσφαιρική πίεση

    Es gibt keinerlei Probleme, den Luftdruck ohne Quecksilber zu messen.

    Δεν υπάρχει καμία δυσκολία να μετρηθεί η ατμοσφαιρική πίεση χωρίς υδράργυρο.

Εικόνες με "Luftdruck"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Luftdruck" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη