Μετάφραση του "machen" σε Ελληνικά

Οι κάνω, φτιάχνω, κάμνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "machen" σε Ελληνικά.

machen verb γραμματική

verbrechen (sarkastisch oder scherzh.) (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κάνω

    verb

    Ich weiß nicht, warum die das gemacht haben.

    Δεν ξέρω για ποιό λόγο το έκαναν αυτό.

  • φτιάχνω

    verb

    Somit machten sie ein goldenes Kalb, um es anzubeten.

    Έτσι, έφτιαξαν ένα χρυσό μοσχάρι για να το λατρεύουν.

  • κάμνω

    verb

    Agieren, verhalten.

    Ich dachte, Sie machen Geschäfte mit jedem, der zahlen kann.

    Θεωρούσα ότι κάμετε δουλειά με οποιονδήποτε μπορεί να πληρώση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κατασκευάζω
    • έχω
    • καταφέρνω
    • βιάζομαι
    • καθιστώ
    • πειράζει
    • στρώνω
    • καταλαβαίνω
    • mistake κάνω
    • ενεργώ
    • πράττω
    • δρω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " machen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Machen Noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Machen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Machen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "machen"

Φράσεις παρόμοιες με "machen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "machen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη