Μετάφραση του "messbar" σε Ελληνικά
Οι μετρήσιμος, μετρητός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "messbar" σε Ελληνικά.
messbar
adjective
γραμματική
-
μετρήσιμος
adjective masculineDie wirtschaftlichen Auswirkungen dieser als erstes ausgehandelten Nachbarschaftsabkommen sind messbar und bedeutend.
Ο οικονομικός αντίκτυπος αυτών των συμφωνιών γειτονίας που απετέλεσαν πρώτες αντικείμενο διαπραγμάτευσης ήταν μετρήσιμος και σημαντικός.
-
μετρητός
adjectiveDies erfordert eine Überprüfung des Scheitelfaktors des Messgeräts und der damit messbaren Stromstärkenbereiche
Για το σκοπό αυτό απαιτείται μελέτη του συντελεστή κορυφής του μετρητή και των περιοχών ρεύματος που καλύπτει
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " messbar " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη