Μετάφραση του "miete" σε Ελληνικά

Οι ενοίκιο, μίσθωμα, νοίκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "miete" σε Ελληνικά.

miete verb

Αυτόματες μεταφράσεις του " miete " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
+ Προσθήκη

"miete" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το miete στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Miete noun feminine γραμματική

Eine regelmäßige Zahlung, um die ausschließliche Nutzung einer Immobilie zu erwerben.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενοίκιο

    noun neuter

    Eine regelmäßige Zahlung, um die ausschließliche Nutzung einer Immobilie zu erwerben.

    Ich muss die Miete zahlen.

    Πρέπει να πληρώσω το ενοίκιο.

  • μίσθωμα

    noun neuter

    Schweden bestreitet, dass die Miete unterhalb des marktüblichen Niveaus liegt.

    Η Σουηδία αμφισβητεί ότι το ύψος του μισθώματος είναι κατώτερο του επιπέδου της αγοράς.

  • νοίκι

    noun neuter

    Wow, es ist lange her, dass ich Miete bezahlt habe.

    Ω, είναι πολύ καιρός από τότε που πλήρωσα νοίκι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εωοικίαση
    • μίσθωση

Φράσεις παρόμοιες με "miete" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "miete" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη