Μετάφραση του "mithalten" σε Ελληνικά
Το συμμετέχω είναι η μετάφραση του "mithalten" σε Ελληνικά.
mithalten
verb
γραμματική
mithalten (mit) [..]
-
συμμετέχω
Verbf) Jede Region muß ein proaktives Konzept entwickeln, um im weltweiten Wettbewerb mithalten zu können.
στ. κάθε περιφέρεια θα πρέπει να επιλέξει μια προνοητική προσέγγιση, προκειμένου να συμμετάσχει στη διεθνή οικονομία 7
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mithalten " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη