Μετάφραση του "mithelfen" σε Ελληνικά
Το βοηθώ είναι η μετάφραση του "mithelfen" σε Ελληνικά.
mithelfen
verb
γραμματική
-
βοηθώ
verbTausende, die bei den Aufräumarbeiten mithalfen, sollen verfrüht gestorben sein.
Χιλιάδες άτομα που βοήθησαν στον καθαρισμό λέγεται ότι έχουν πεθάνει πρόωρα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mithelfen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη