Μετάφραση του "pfeifen" σε Ελληνικά
Οι δε δίνω δεκάρα, σφυρίζω, σφύριγμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pfeifen" σε Ελληνικά.
pfeifen
verb
γραμματική
wetzen (umgangssprachlich) [..]
-
δε δίνω δεκάρα
Du weißt ganz genau, dass ich auf deine persönlichen Ziele pfeife.
Το ξέρεις πολύ καλά ότι δεν δίνω δεκάρα για τις προσωπικές σου φιλοδοξίες.
-
σφυρίζω
verbVielleicht lerne ich bis dahin, wie man pfeift.
Ίσως να έχω μάθει να σφυρίζω μέχρι τότε.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pfeifen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Pfeifen
noun
neuter
γραμματική
Das Geräusch, dass von Luft oder Dampf erzeugt wird, der durch eine enge Öffnung gepresst wird.
-
σφύριγμα
neuterUnd aus lauter Sorge habe ich mein Pfeifen verloren.
Και εγώ έχασα το σφύριγμα μου απο την ανησυχία.
-
σφυριξιά
feminine1 Pfiff und dann musst du schlafen.
Μία σφυριξιά και μετά νάνι.
Φράσεις παρόμοιες με "pfeifen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σφυριξιά · σφύριγμα
-
καπνίζω πίπα
-
καπνοσύριγγα · πίπα · σφυρίχτρα · σωλήνα · σωλήνας · τσιμπούκι
-
καπνοσύριγγα · πίπα · σφυρίχτρα · σωλήνα · σωλήνας · τσιμπούκι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη