Μετάφραση του "polieren" σε Ελληνικά

Οι γυαλίζω, λουστράρω, στιλβώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "polieren" σε Ελληνικά.

polieren verb γραμματική

Zündholz

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γυαλίζω

    verb

    Ich habe den Schlüssel gefunden, und jetzt poliere ich den Porsche.

    Βρήκα τα κλειδιά και τώρα το γυαλίζω.

  • λουστράρω

  • στιλβώνω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " polieren " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Polieren noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γυάλισμα

    Schälen, teilweises oder vollständiges Bleichen, Polieren und Glasieren von Getreide und Reis

    η αποφλοίωση, η μερική ή ολική λεύκανση, η στίλβωση και το γυάλισμα δημητριακών και ρυζιού·

  • στίλβωμα

    Bimsstein wird zu Bimsmehl verarbeitet, das zum Schleifen und Polieren benutzt wird.

    Η ελαφρόπετρα χρησιμοποιείται πολύ για λείανσι και στίλβωμα.

Εικόνες με "polieren"

Φράσεις παρόμοιες με "polieren" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "polieren" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη