Μετάφραση του "Polen" σε Ελληνικά
Οι Πολωνία, πολωνία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Polen" σε Ελληνικά.
Polen
proper
noun
neuter
γραμματική
Polen (Ethnie) [..]
-
Πολωνία
proper noun feminineIn Polen gibt es mehr arbeitslose Frauen als Männer, vor allem in ländlichen Räumen.
Στην Πολωνία υπάρχουν περισσότερες γυναίκες άνεργες από ό,τι άνδρες, ιδίως στις αγροτικές περιοχές.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Polen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
polen
Verb
γραμματική
-
πολωνία
In Polen gibt es mehr arbeitslose Frauen als Männer, vor allem in ländlichen Räumen.
Στην Πολωνία υπάρχουν περισσότερες γυναίκες άνεργες από ό,τι άνδρες, ιδίως στις αγροτικές περιοχές.
Εικόνες με "Polen"
Φράσεις παρόμοιες με "Polen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Γεωγραφικός πόλος · πόλος · πόλος ''m''
-
γαλαξιακός πόλος
-
Δημοκρατία της Πολωνίας
-
περιφέρειες της Πολωνίας
-
μαγνητικός πόλος
-
Πολωνέζος · Πολωνίδα · Πολωνός
-
Σημαία της Πολωνίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη