Μετάφραση του "reichen" σε Ελληνικά

Οι δίνω, φτάνω, αγγίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "reichen" σε Ελληνικά.

reichen verb γραμματική

rüberschieben (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δίνω

    verb

    Weil er von den reichen stahl und es den Armen gab.

    Επειδή έκλεβε από τους πλούσιους και να δώσει στους φτωχούς.

  • φτάνω

    verb

    Sein Gehalt reicht noch nicht einmal, die laufenden Kosten zu bewältigen.

    Ο μισθός δεν του φτάνει να αντιμετωπίσει ούτε τα τρέχοντα έξοδα.

  • αγγίζω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " reichen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Reichen noun neuter γραμματική

(die) reiche Oberschicht

+ Προσθήκη

"Reichen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Reichen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "reichen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "reichen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη