Μετάφραση του "schüchtern" σε Ελληνικά
Οι ντροπαλός, δειλός, zurückhaltend είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "schüchtern" σε Ελληνικά.
schüchtern
adjective
Adjective
γραμματική
verklemmt (umgangssprachlich) [..]
-
ντροπαλός
adjective masculineTom schien schüchtern zu sein.
Ο Τομ φαινόταν ντροπαλός.
-
δειλός
noun masculineDie schüchterne, freundlose Pianistin hat ein Doppelleben geführt.
Ίσως η δειλή κλασσική μουσικός μας είχε διπλή ζωή.
-
zurückhaltend
ντροπαλός μαζεμένος
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- άτολμος
- συνεσταλμένος
- σεμνός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " schüchtern " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη