Μετάφραση του "schüffeln" σε Ελληνικά
Οι μυρίζω, οσφραίνομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "schüffeln" σε Ελληνικά.
schüffeln
Die Präsenz von Molekülen in der Luft wahrnehmen, indem man durch die Nase atmet.
-
μυρίζω
verbΑντιλαμβάνομαι την παρουσία μορίων στον αέρα εισπνέοντάς τα μέσω της μύτης.
-
οσφραίνομαι
verbΑντιλαμβάνομαι την παρουσία μορίων στον αέρα εισπνέοντάς τα μέσω της μύτης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " schüffeln " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη