Μετάφραση του "schnur" σε Ελληνικά

Οι καλώδιο, κορδόνι, σπάγγος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "schnur" σε Ελληνικά.

schnur
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλώδιο

    noun neuter

    EBW — Regler, Fuß, Handstück und Schnur

    ΕΒW — Ελεγκτής, ποδός, χειρολαβή εργαλείου και καλώδιο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " schnur " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Schnur noun feminine γραμματική

Die Ehefrau von jemandes Sohn.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κορδόνι

    noun neuter

    Zwei Blechdosen an einer Schnur würden es auch tun.

    Θα μπορούσατε να πάρετε γουόκι-τόκι, δύο κονσερβοκούτια, ένα κορδόνι.

  • σπάγγος

    noun masculine

    Die Schnur formte eine enge Schlaufe, und die Fliege tanzte 20 Meter über den Fluß.

    Ο σπάγγος έκανε μια σφικτή θηλιά και η μύγα έκανε μια βόλτα πάνω από τον ποταμό περίπου 22 μέτρα.

  • σχοινί

    noun neuter

    Diese lächerlichen Hosen, mit ein bisschen Schnur festgebunden.

    Με αυτό το γελοίο παντελόνι, ζωσμένο με ένα σχοινί.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σκοινί
    • νύφη
    • καλώδιο
    • σπάγκος
    • κλωστή

Εικόνες με "schnur"

Φράσεις παρόμοιες με "schnur" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "schnur" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη