Μετάφραση του "schnurlos" σε Ελληνικά
Το ασύρματος είναι η μετάφραση του "schnurlos" σε Ελληνικά.
schnurlos
adjective
γραμματική
Ohne Schnur, meist mit Batterie als Energiequelle.
-
ασύρματος
noun masculineOhne Schnur, meist mit Batterie als Energiequelle.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " schnurlos " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη