Μετάφραση του "schulden" σε Ελληνικά

Οι οφείλω, θέλω, χρωστώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "schulden" σε Ελληνικά.

schulden verb γραμματική

jmdm. etw. schulden

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • οφείλω

    verb

    Die Beklagten stritten ab, die geforderten Beträge zu schulden.

    Οι εναγόμενοι αρνήθηκαν ότι οφείλουν τα περί ων πρόκειται ποσά.

  • θέλω

    verb

    Ich will nur nicht an deinem Tod schuld sein.

    Δεν θέλω να λάβω αναγνώριση που σε άφησα να σκοτωθείς.

  • χρωστώ

    verb

    Es ist noch jemand auf dem Schiff, und ich schulde ihm dasselbe.

    Υπάρχει κάποιος στο σκάφος που του χρωστώ το ίδιο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " schulden " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Schulden noun feminine γραμματική

offene(r) Posten [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δανεικά

    Man müsste ihre Schulden eintreiben können...

    Πρέπει να υπάρχει τρόπος να τους πάρουν πίσω τα δανεικά...

  • χρέος

    noun neuter

    Ich habe meine Schulden bei der Bank bezahlen

    Wie kann man seine Schulden reduzieren?

    Πως μπορεί κάποιος να μειώσει το χρέος του;

Φράσεις παρόμοιες με "schulden" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "schulden" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη