Μετάφραση του "steigen" σε Ελληνικά
Οι ανεβαίνω, κατεβαίνω, κατεβάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "steigen" σε Ελληνικά.
steigen
verb
γραμματική
kraxeln (umgangssprachlich) [..]
-
ανεβαίνω
verbNun, ich steige darüber, aber da ist eine Decke, und ich werde mit ihr zusammenstoßen.
Τώρα ανεβαίνω, αλλά υπάρχει και ταβάνι κι όπου να'ναι θα βρω!
-
κατεβαίνω
verbDarauf steige ich in den Zug um, und am Bahnhof hole ich mein Fahrrad.
Τελικά, φτάνει στο σταθμό που κατεβαίνω, και κατευθύνομαι προς το ποδήλατό μου.
-
κατεβάζω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανάβαση
- σκαρφαλώνω
- ανατέλλω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " steigen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Steigen
noun
Noun
neuter
γραμματική
-
αύξηση
noun feminineDer Anteil des aus Biomasse erzeugten Stroms ist eindeutig gestiegen.
Είναι σαφής η αύξηση παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από βιομάζα.
Φράσεις παρόμοιες με "steigen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ο αριθμός των χορτοφάγων αυξάνεται ολοένα και περισσότερο
-
βγήκε από το αυτοκίνητο
-
ανατιμώμαι · παίρνω αξία
-
κλίμακα · κλιμακοστάσιο · ξύλινη σκάλα · σκάλα
-
αυξανόμενος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη