Μετάφραση του "stemmen" σε Ελληνικά

Οι ανοίγω, σηκώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stemmen" σε Ελληνικά.

stemmen verb γραμματική

wuppen (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανοίγω

    verb
  • σηκώνω

    verb

    Sehe ich wie jemand aus, der Gewichte stemmt?

    Σου φαίνομαι να σηκώνω βάρη;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stemmen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stemmen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη