Μετάφραση του "stolz" σε Ελληνικά
Οι περήφανος, υπερήφανος, υπερήφανα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stolz" σε Ελληνικά.
kennt (auch) keine kleinen Leute mehr [..]
-
περήφανος
adjectiveIch bin sehr stolz auf meinen Sohn.
Είμαι πολύ περήφανος για τον γιό μου.
-
υπερήφανος
adjectiveIch bin so stolz, dein Sohn zu sein.
Είμαι πολύ υπερήφανος που είμαι γιος σου .
-
υπερήφανα
adverbEs genügt ihnen nicht, unsittliche, stolze oder rebellische Gedanken zu hegen.
Το να σκέπτωνται απλώς ανήθικα, υπερήφανα ή στασιαστικά πράγματα δεν τους είναι αρκετό.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αγέρωχος
- επιβλητικός
- καμαρωτός
- περίφανος
- υπεροπτικός
- μεγαλειώδης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stolz " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
übertriebenes [..]
-
περηφάνια
noun feminineIch überwand meinen Stolz und tat, was ich zu tun hatte.
Κατάπια την περηφάνια μου, και έκανα ό, τι έπρεπε να κάνω.
-
υπερηφάνεια
noun feminineDarüber hinaus kommt manchmal sogar ein gewisser Stolz auf diese Verbindung zum Ausdruck.
Επιπλέον, όμως, μερικές φορές φαίνεται να υπάρχη κάποια υπερηφάνεια για αυτές τις σχέσεις με τους ομοφυλόφιλους.
-
αξιοπρέπεια
noun feminineDiese Köpfe haben nichts mit Stolz zu tun.
Αυτά τα ρημαγμένα κεφάλια δεν έχουν καμία σχέση με αξιοπρέπεια.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- καμάρι
- καύχημα
- υπεροπτικός
- ύβρις
- μεγαλοφροσύνη
Φράσεις παρόμοιες με "stolz" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
είμαι υπερήφανος που ...
-
καμαρώνω · υπερηφανεύομαι
-
είναι δικαιολογημένα περήφανοι γι αυτό
-
είναι το καμάρι μου
-
περήφανος