Μετάφραση του "Stollen" σε Ελληνικά

Οι γαλαρία, σήραγγα, στοά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Stollen" σε Ελληνικά.

Stollen noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γαλαρία

  • σήραγγα

    noun feminine

    Die Verwendung von Asche zum Verschluss der Stollen bedarf zudem einer vorherigen Genehmigung.

    Για τη χρήση τέφρας για τη σφράγιση των σηράγγων απαιτείται επίσης προηγούμενη έγκριση.

  • στοά

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Stollen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Stollen"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Stollen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη