Μετάφραση του "strecken" σε Ελληνικά
Οι επέκταση, επεκτείνω, αραιώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "strecken" σε Ελληνικά.
strecken
verb
γραμματική
(sich) erstrecken [..]
-
επέκταση
noun feminineVielmehr wurde die Kapitalzuführung genutzt, um die Geschäftstätigkeit von Estonian Air auszuweiten und neue Strecken aufzunehmen.
Αντιθέτως, η αύξηση κεφαλαίου χρησιμοποιήθηκε για την επέκταση των δραστηριοτήτων της Estonian Air και την έναρξη νέων δρομολογίων.
-
επεκτείνω
verbAus diesem Grund werden die zugewiesenen Mittel über einen bestimmten Zeitraum gestreckt.
Για το σκοπό αυτό θα επεκταθεί η κατανομή των πόρων προκειμένου να καλύψει μία καθορισμένη χρονική περίοδο.
-
αραιώνω
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- τεντώνω
- τείνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " strecken " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Strecken
noun
γραμματική
-
Παραμόρφωση
Φράσεις παρόμοιες με "strecken" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χέρια ίσια χέρια λυγισμένα
-
σηκώνω τα χέρια
-
ευθύγραμμο τμήμα
-
καταθέτω τα όπλα
-
Ευθύγραμμο τμήμα · ακτίνα · απόσταση · γαλαρία · γραμμή · διαδρομή · δρόμος · ευθύγραμμο τμήμα · πεδίο δράσης · στοά · σφαίρα
-
ξαπλώνω · τεντώνομαι
-
Ευθύγραμμο τμήμα · ακτίνα · απόσταση · γαλαρία · γραμμή · διαδρομή · δρόμος · ευθύγραμμο τμήμα · πεδίο δράσης · στοά · σφαίρα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη