Μετάφραση του "stufe" σε Ελληνικά

Οι πάτωμα, όροφος, σκαλοπάτι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stufe" σε Ελληνικά.

stufe
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πάτωμα

    noun neuter
  • όροφος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stufe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Stufe noun feminine γραμματική

Periode (fachsprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκαλοπάτι

    noun masculine

    Ist eine Stufe erreicht, strebt man schon die nächste an — und so geht es endlos weiter.

    Με το που καταφέρνουμε να σκαρφαλώσουμε σε ένα σκαλοπάτι της φιλοδοξίας μας, αυτομάτως λαχταράμε να κατακτήσουμε το επόμενο.

  • βαθμίδα

    noun feminine

    Eine fremdkraftbetätigte Stufe darf sich nicht ausklappen lassen, solange sich das Fahrzeug bewegt.

    Η έκταση της βαθμίδας όταν το όχημα βρίσκεται σε κίνηση πρέπει να είναι αδύνατη.

  • πάτωμα

    noun neuter
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στάδιο
    • όροφος
    • βήμα
    • επίπεδο
    • κλιμάκιο
    • σκαλί
    • φάση
    • Φάση πανίδας
    • ισεπίπεδος
    • ισοϋψής
    • μοίρα
    • προεργασία (εγκατάστασης)

Εικόνες με "stufe"

Φράσεις παρόμοιες με "stufe" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stufe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη