Μετάφραση του "unempfindlich" σε Ελληνικά

Το ανθεκτικός είναι η μετάφραση του "unempfindlich" σε Ελληνικά.

unempfindlich adjective γραμματική

schmerzfrei (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανθεκτικός

    adjective

    Auf diese Weise wird das ganze Gehirn unempfindlich gegen Serotonin.

    Έτσι ολόκληρος ο εγκέφαλος γίνεται ανθεκτικός στη σεροτονίνη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " unempfindlich " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "unempfindlich" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη