Μετάφραση του "unendlichkeit" σε Ελληνικά
Οι άπειρο, άπειρο, απεραντοσύνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "unendlichkeit" σε Ελληνικά.
unendlichkeit
-
άπειρο
noun neuterBis zur Unendlichkeit und noch viel weiter, Baby.
Στο άπειρο και ακόμα παρά πέρα μωρό μου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " unendlichkeit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Unendlichkeit
noun
feminine
Unendlichkeit (Buch) [..]
-
άπειρο
noun adjectiveAufhebung von Endlichkeit
Bis zur Unendlichkeit und noch viel weiter, Baby.
Στο άπειρο και ακόμα παρά πέρα μωρό μου.
-
απεραντοσύνη
NounIn der Unendlichkeit des Universums wird die Erde nicht vermisst werden.
Μέσα στην απεραντοσύνη του σύμπαντος και των γαλαξιών πέρα... Η απουσία της Γης δε θα γίνει αισθητή.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη