Μετάφραση του "vegetarisch" σε Ελληνικά

Οι φυτοφάγος, χορτοφάγος, χορτοφαγικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vegetarisch" σε Ελληνικά.

vegetarisch adjective γραμματική

Nur aus Obst, Gemüse, Nüssen etc. bestehend; ohne Fleisch. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φυτοφάγος

    adjective masculine
  • χορτοφάγος

    noun masculine

    Er aß immer strikt vegetarisch, sein Leben lang, und nun hat er Krebs und stirbt bald.

    Τον έχω παρακολουθήσει που προσπαθεί να είναι χορτοφάγος όλη του τη ζωή και τώρα πεθαίνει από καρκίνο.

  • χορτοφαγικός

    adjective masculine

    Weder auf Gemeinschaftsebene noch auf internationaler Ebene gibt es eine harmonisierte Definition der Begriffe vegetarisch und Vegetarismus.

    Δενπάρχει εναρμονισμένος ορισμός του όρου χορτοφαγικός ή χορτοφαγία ούτε σε κοινοτικό ούτε σε διεθνές επίπεδο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vegetarisch " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "vegetarisch"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vegetarisch" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη