Μετάφραση του "vegetativ" σε Ελληνικά

Το φυτικός είναι η μετάφραση του "vegetativ" σε Ελληνικά.

vegetativ Adjective γραμματική

vegetativ (fachsprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φυτικός

    Adjective

    „Erneuerung einer Mutterpflanze“ das Ersetzen einer Mutterpflanze durch eine vegetativ aus ihr gewonnene Pflanze;

    ως «ανανέωση από μητρικό φυτό» νοείται η αντικατάσταση ενός μητρικού φυτού με φυτό που έχει προέλθει από το αρχικό φυτό με φυτική αναπαραγωγή·

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vegetativ " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vegetativ" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη