Μετάφραση του "vehement" σε Ελληνικά

Οι βίαιος, σφοδρός, ορμητικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vehement" σε Ελληνικά.

vehement adjective γραμματική

urgent (veraltet) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βίαιος

    adjective masculine

    Rat und Kommission haben sich mit denjenigen zusammengeschlossen, die jeglichen Fortschritt bei den Arbeitnehmerrechten in Europa vehement ablehnen.

    Το Συμβούλιο και η Επιτροπή ευθυγραμμίστηκαν με τη θέση αυτών που εναντιώνονται βίαια σε οποιαδήποτε πρόοδο των δικαιωμάτων των εργαζομένων στην Ευρώπη.

  • σφοδρός

    adjective masculine

    Teil dieses Gedankenguts ist eine vehemente bulgarienfeindliche Propaganda.

    Οι ιδέες αυτές ενσωματώνουν σφοδρή προπαγάνδα βουλγαροφοβίας.

  • ορμητικός

    masculine
  • παράφορος

    masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vehement " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vehement" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη