Μετάφραση του "verbunden" σε Ελληνικά

Οι συνεχόμενος, ζώνες, συνδεδεμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "verbunden" σε Ελληνικά.

verbunden adjective verb γραμματική

verbunden (mit) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνεχόμενος

    adjective

    Ist mein Zimmer bereit?- Zwei verbundene Zimmer

    Ετοιμο το δωμάτιό μου;- Δυο συνεχόμενα δωμάτια

  • ζώνες

    noun

    Zum anderen sind sie alle mit den Autobahnnetzen der benachbarten Mitgliedstaaten verbunden.

    Πρώτον, καλύπτουν πολύ εκτεταμένες από γεωγραφική άποψη ζώνες του γαλλικού εδάφους.

  • συνδεδεμένος

    Das Gerät ist mit einem Netz zu verbinden, wenn es als netzfähig geliefert wird.

    Η μονάδα πρέπει να είναι συνδεδεμένη με δίκτυο εάν έχει ικανότητα δικτύου όπως παραδίδεται.

  • υποχρεωμένος

    Er mußte folglich seine Ausfuhren über eine geschäftlich verbundene Einheit mit Unternehmensstatus und Ausfuhrlizenz abwickeln.

    Συνεπώς ήταν υποχρεωμένος να διοχετεύσει τις εξαγωγές του μέσω συνδεόμενου νομικού προσώπου που είχε νομικό καθεστώς εταιρείας και άδεια εξαγωγής,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " verbunden " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Verbunden noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

"Verbunden" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Verbunden στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "verbunden" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "verbunden" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη