Μετάφραση του "Verbinden" σε Ελληνικά

Οι Σύνδεση, δέσιμο, επίδεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Verbinden" σε Ελληνικά.

Verbinden Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Σύνδεση

    Verbunden wie in Mount Weather.

    " Σύνδεση " σαν το Όρος Ουέδερ.

  • δέσιμο

    Ich hatte zu viel Verband, und er spielte mit dem Rest.

    Έκοψα πολύ επίδεσμο, και έτσι το ψαλίδισα... κι έπαιξε με το υπόλοιπο κομμάτι μέχρι να τελειώσω το δέσιμο.

  • επίδεση

    Hey, ich bin mit dem Verband noch nicht fertig.

    Hey, hey, δεν είμαι γίνει επίδεση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Verbinden " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

verbinden verb γραμματική

anstöpseln (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνδέω

    verb

    Das Gerät ist mit einem Netz zu verbinden, wenn es als netzfähig geliefert wird.

    Η μονάδα πρέπει να είναι συνδεδεμένη με δίκτυο εάν έχει ικανότητα δικτύου όπως παραδίδεται.

  • σύνδεση

    noun feminine

    Sie sind kurz davor, die Diebstähle zu verbinden, Alex.

    Κοντεύουν να καταλάβουν την σύνδεση μεταξύ των κλοπών,'λεξ.

  • συνδυάζω

    verb

    Wir wollen beides verbinden, und das ist nicht einfach.

    Θέλουμε να συνδυάσουμε τα δύο, πράγμα που δεν είναι εύκολο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μεταφορά
    • δένω
    • διασυνδέω
    • συνδέω δυο πράγματα μεταξύ τους
    • συνδέω με υλικές καταστάσεις
    • συνενώνω
    • φασκιώνω
    • αθροίζω
    • ενώνω
    • επιδένω
    • καυλώνω
    • τεντώνω

Φράσεις παρόμοιες με "Verbinden" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Verbinden" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη