Μετάφραση του "vergewaltigen" σε Ελληνικά

Οι βιάζω, κακοποιώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vergewaltigen" σε Ελληνικά.

vergewaltigen verb γραμματική

Jemanden ohne dessen Zustimmung mit Gewalt zu Geschlechtsverkehr zwingen.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βιάζω

    verb

    Und jener, der sie vergewaltigt hatte, kam her und tat dasselbe mit mir.

    Και αυτός που βίαζε την Έβελιν, ήρθε και ατίμασε κι εμένα.

  • κακοποιώ

    Verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vergewaltigen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Vergewaltigen Noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Vergewaltigen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Vergewaltigen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "vergewaltigen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vergewaltigen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη