Μετάφραση του "wechselrichter" σε Ελληνικά

Οι αναστροφέας, Αντιστροφέας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wechselrichter" σε Ελληνικά.

wechselrichter
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναστροφέας

    Noun

    Wechselrichter (DC-AC-Wandler) für die Antriebsmotorsteuerung zur Verwendung bei der Herstellung von Elektrofahrzeugen

    Αναστροφέας ΣΡ προς ΕΡ για τη ρύθμιση του κινητήρα έλξης προς χρήση στην κατασκευή ηλεκτρικών οχημάτων

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wechselrichter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Wechselrichter Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αντιστροφέας

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wechselrichter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη