Μετάφραση του "wechselseitig" σε Ελληνικά

Οι αμοιβαίος, αλληλοπαθής, κοινός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wechselseitig" σε Ελληνικά.

wechselseitig adjective γραμματική

Eine(r) dem/der/den anderen.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμοιβαίος

    adjective masculine

    Einigen sich die Wettbewerber darauf, ihre Produktion wechselseitig zu beschränken, läuft die Vereinbarung auf ein Kartell hinaus.

    Όταν συμφωνείται μεταξύ ανταγωνιστών ο αμοιβαίος περιορισμός της παραγωγής, η συμφωνία ισοδυναμεί με σύμπραξη.

  • αλληλοπαθής

    adjective
  • κοινός

    adjective masculine

    Sie betonen die Notwendigkeit, wechselseitig anerkannte Kriterien und Methoden der Qualitätssicherung zu entwickeln.

    Υπογραμμίζουν την ανάγκη να αναπτύξουν κοινά και αμοιβαία κριτήρια και μεθοδολογίες για τη διασφάλιση της ποιότητας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wechselseitig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wechselseitig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη