Μετάφραση του "wegwerfen" σε Ελληνικά

Οι πετώ, απορρίπτω, πετάω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wegwerfen" σε Ελληνικά.

wegwerfen verb γραμματική

zum Fenster rauswerfen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πετώ

    verb

    (alte Sachen)

    Deswegen tut es so weh, wenn er einen wegwirft, weil er dich nicht mehr braucht.

    Γι'αυτό πονάει τόσο πολύ όταν τελειώνει μαζί σου και σε πετάει.

  • απορρίπτω

    Verb verb

    Ein Liebesbeweis und du glaubtest, er hat ihn weggeworfen.

    Ένα δείγμα της αγάπης σας, ότι νομίζατε ότι είχε απορριφθεί.

  • πετάω

    verb

    Du weißt, wie pingelig ich mit Unterlagen bin, und dass ich nie etwas wegwerfe.

    Ξέρεις ότι πάντα κρατάω σχολαστικούς φακέλους, και ποτέ δεν πετάω τίποτα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wegwerfen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Wegwerfen Noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Wegwerfen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Wegwerfen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "wegwerfen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wegwerfen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη