Μετάφραση του "wegwischen" σε Ελληνικά
Οι εξαλείφω, καθαρίζω, καθαρίζω κάτι βρεγμένο με στεγνό πανί είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wegwischen" σε Ελληνικά.
Schmutz
-
εξαλείφω
Verb„Ausgelöscht“ ist die Übersetzung eines griechischen Verbs, das bildlich gebraucht „wegwischen, tilgen, löschen oder unbrauchbar machen“ bedeuten kann.
Το ρήμα εξαλείφω μπορεί να σημαίνει «σβήνω, διαγράφω, καταργώ ή καταστρέφω».
-
καθαρίζω
verbIch hoffe, ich kann das Schlimmste irgendwie wegwischen.
Ελπίζω να μπορέσω να καθαρίσω τα πιο πολλά.
-
καθαρίζω κάτι βρεγμένο με στεγνό πανί
Π.Χ.: όταν το ποτύρι πάνω στο τραπέζι αφήνει ένα υγρό κύκλο και μετά παίρνουμε μια χαρτοπετσέτα ή ένα πανί και το σκουπίζουμε/καθαρίζουμε/στεγνώνουμε.
-
σβήνω
verb„Ausgelöscht“ ist die Übersetzung eines griechischen Verbs, das bildlich gebraucht „wegwischen, tilgen, löschen oder unbrauchbar machen“ bedeuten kann.
Το ρήμα εξαλείφω μπορεί να σημαίνει «σβήνω, διαγράφω, καταργώ ή καταστρέφω».
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wegwischen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
εξάλειψη