Μετάφραση του "wehen" σε Ελληνικά

Οι ανεμίζω, κυματίζω, πνέω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wehen" σε Ελληνικά.

wehen verb γραμματική

Das Bewegen der Luft, das durch Unterschiede im Luftdruck in der Atmosphäre hervorgerufen wird.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανεμίζω

  • κυματίζω

    verb
  • πνέω

    Verb verb

    Während der Datenerfassungsphasen muss der Wind stetig wehen.

    Κατά τις περιόδους συλλογής δεδομένων, πρέπει να πνέει σταθερός άνεμος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σηκώνω
    • φυσώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wehen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Wehen Noun noun γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πνοή

    noun

    Da in dem geografischen Gebiet immer ein kräftiger Wind weht, wird Käse traditionell durch Trocknung und Reifung haltbar gemacht.

    περιοχή χαρακτηριζόμενη από την πνοή ανέμων, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη της παράδοσης διατήρησης των τυριών με ξήρανση και ωρίμαση.

  • αγιάζι

    noun
  • αναπνοή

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φύσημα
    • ωδίνες

Φράσεις παρόμοιες με "wehen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wehen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη