Μετάφραση του "werfen" σε Ελληνικά

Οι ρίχνω, πετώ, βάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "werfen" σε Ελληνικά.

werfen verb γραμματική

feuern (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρίχνω

    verb

    ρίχνω, πετώ, βάλλω

    Sie sollte jedoch einen kritischen Blick auf sich selbst werfen.

    Εντούτοις, θα πρέπει να ρίξει μια κριτική ματιά στην ίδια.

  • πετώ

    verb

    Wenn man mir etwas aufdrängt, werfe ich es in den Mülleimer.

    Αν τα πάρω επειδή επιμένουν, τα πετώ στο σκουπιδοτενεκέ.

  • βάζω

    verb

    Du weißt, ich habe ein Auge auf dich geworfen, seitdem du hier eingewandert bist.

    Σ'έχω βάλει στο μάτι από τότε που μας ήρθες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βολή
    • γεννώ
    • κάνω
    • ρίπτω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " werfen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Werfen Noun γραμματική

Verziehen (Platte, Fliese)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρίξιμο

    Und Werfen ist eine Kombination von analytischen und körperlichen Fähigkeiten,

    Και το ρίξιμο είναι ένας συνδυασμός αναλυτικών και φυσικών ικανοτήτων,

Εικόνες με "werfen"

Φράσεις παρόμοιες με "werfen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "werfen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη