Μετάφραση του "wohin" σε Ελληνικά

Οι πού, οποίο, όπου είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wohin" σε Ελληνικά.

wohin adverb

An welchen Ort. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πού

    adverb

    Tom hatte keine Ahnung, wohin Maria ging.

    Ο Τομ δεν έχει ιδέα που πήγε η Μαρία.

  • οποίο

    pronoun

    Genau das Gegenteil ist wahr, und das sieht man daran, wohin die Menschen strömen.

    Στην πραγματικότητα αληθεύει το αντίθετο, όπως βλέπουμε από τον προορισμό προς τον οποίο ταξιδεύουν.

  • όπου

    conjunction

    Du darfst gehen, wohin du willst.

    Μπορείς να πας, όπου θέλεις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wohin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "wohin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wohin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη