Μετάφραση του "AMPUTATED" σε Ελληνικά
Το ακρωτηριασμένος είναι η μετάφραση του "AMPUTATED" σε Ελληνικά.
amputated
adjective
verb
γραμματική
Simple past tense and past participle of amputate. [..]
-
ακρωτηριασμένος
I've heard many people say, who have lost a loved one that in some ways it's like learning to live with an amputation.
'κουσα πολλούς, που έχουν χάσει αγαπημένα πρόσωπα, να λένε ότι κατά κάποιο τρόπο μαθαίνεις να ζεις ακρωτηριασμένος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " AMPUTATED " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "AMPUTATED" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ακρωτηριασμός · ακρωτηριασμός
-
ακρωτηριάζω
-
· ακρωτηριάζω · αποκόπτω
-
· ακρωτηριάζω · αποκόπτω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη