Μετάφραση του "AWOL" σε Ελληνικά

Οι λιποτάκτης, σκαστός, σε άγνοια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "AWOL" σε Ελληνικά.

AWOL adjective noun γραμματική

(military and generic) Absent without leave (permission). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λιποτάκτης

    Captain Anderson doesn't have the clout and since he went AWOL to join us his word's not gonna count for a lot.

    Ο πλοίαρχος'Αντερσον θεωρείται λιποτάκτης και ο λόγος του δεν αξίζει και πολλά.

  • σκαστός

  • σε άγνοια

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " AWOL " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

awol adjective noun γραμματική

Alternative form of [i]AWOL[/i] [..]

+ Προσθήκη

"awol" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το awol στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "AWOL" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • απουσιάζω αδικαιολόγητα · γίνομαι άφαντος · λιποτακτώ · το σκάω, την κοπανάω, την κάνω, εξαφανίζομαι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "AWOL" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη