Μετάφραση του "Ability" σε Ελληνικά
Οι Ικανότητα, ικανότητα, επιδεξιότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ability" σε Ελληνικά.
-
Ικανότητα
Ability to work in an organised and precise manner
Ικανότητα εκτέλεσης εργασίας με οργανωμένο και ακριβή τρόπο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Ability " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
(countable) A skill or competence. [..]
-
ικανότητα
noun femininea skill or competence [..]
Fee complexity impacts upon a consumer’s ability to understand what fees represent.
Η πολυπλοκότητα των τελών επηρεάζει την ικανότητα του καταναλωτή να κατανοήσει τι ακριβώς αντιπροσωπεύουν.
-
επιδεξιότητα
noun femininea high level of capability or skill
But your soul is divided by your ability to kill and your desire to show mercy.
Αλλά η υπόστασή σου είναι μοιρασμένη... στην επιδεξιότητα να σκοτώνεις και την επιθυμία να συγχωρείς.
-
δυνατότητα
nounNature has denied me the ability, it would seem, but not the need.
Φαίνεται ότι η φύση μού στέρησε τη δυνατότητα αλλά όχι και την ανάγκη.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ταλέντο
- δεξιότητα
- ευφυία
- διεύθυνση
- ευχέρεια
- επιτηδειότητα
Φράσεις παρόμοιες με "Ability" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αποκτώ ικανότητα
-
αποδεδειγμένη ικανότητα
-
διοικητική αρμοδιότητα
-
φυσική ικανότητα
-
παντί σθένει · στο μέτρο του δυνατού · όσο καλύτερα μπορώ
-
μαγική δύναμη · μαγική ικανότητα
-
ικανότητα ανοχής