Μετάφραση του "Access" σε Ελληνικά

Οι Πρόσβαση, προσπέλαση, πρόσβαση, προσπέλαση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Access" σε Ελληνικά.

Access
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πρόσβαση, προσπέλαση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Access " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

access verb noun γραμματική

(uncountable) A way or means of approaching or entering; an entrance; a passage. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρόσβαση

    noun feminine

    computing: process of locating data in memory [..]

    Turkey has blocked access to Twitter.

    Η Τουρκία έχει μπλοκάρει την πρόσβαση στο Τουίτερ.

  • προσπέλαση

    noun feminine

    computing: process of locating data in memory [..]

    Height is not considered as a restriction to accessibility.

    Το ύψος δεν θεωρείται ότι περιορίζει την προσπέλαση.

  • ξέσπασμα

    noun neuter

    an outburst of an emotion [..]

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παροξυσμός
    • έκρηξη
    • ελευθεροκοινωνία
    • προσπελάζω
    • είσοδος
    • προσέγγιση
    • προσπελαύνω
    • προσβαση
    • μπαίνω
    • έχω πρόσβαση

Φράσεις παρόμοιες με "Access" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Access" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη