Μετάφραση του "accepting" σε Ελληνικά

Οι αποδεχόμενος, συμβιβαζόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "accepting" σε Ελληνικά.

accepting adjective verb γραμματική

Present participle of accept. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποδεχόμενος

    I've been burned too many times by accepting what's in front of me as true.

    Κάηκα πολλές φορές αποδεχόμενος ό, τι μου προσφέρανε ως αλήθεια.

  • συμβιβαζόμενος

    They will accept nothing less than our complete and utter annihilation.

    Δεν συμβιβάζονται παρά μόνο με τον πλήρη και ολοκληρωτικό αφάνισμό μας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " accepting " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "accepting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "accepting" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη