Μετάφραση του "Acrylic" σε Ελληνικά

Οι Ακρυλικό, ακρυλικό, ακρυλικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Acrylic" σε Ελληνικά.

Acrylic
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ακρυλικό

    Acrylic acid and its salts and other monocarboxylic acid

    Ακρυλικό οξύ και τα άλατά του και άλλα μονοκαρβοξυλικά οξέα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Acrylic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

acrylic adjective noun γραμματική

(organic chemistry) Derived from acrylic acid or acrylonitrile. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακρυλικό

    — one outer layer consists of acrylic fabric,

    — μία εξωτερική στρώση αποτελείται από ακρυλικό ύφασμα,

  • ακρυλικός

    adjective masculine

    And yes, it's an acrylic painting of a man, but I didn't paint it on canvas.

    Είναι ένας ακρυλικός πίνακας ενός άνδρα, αλλά δεν το ζωγράφισα πάνω σε καμβά.

  • ακρυλική ρητίνη

    feminine

    Dry ink powder with a base of hybrid resin (made from polystyrene acrylic resin and polyester resin) mixed with:

    Σκόνη ξηρής μελάνης με βάση από μείγμα υβριδικής ρητίνης (από ακρυλική ρητίνη πολυστυρολίου και πολυεστερική ρητίνη) και

  • ακρυλικό χρώμα

    noun

    Hodges confirmed the paint transfer on the Ferrari is a black acrylic enamel.

    Ο Χότζες επιβεβαίωσε την μεταφορά χρώματος στη Φεράρι, είναι μαύρο ακρυλικό χρώμα.

Φράσεις παρόμοιες με "Acrylic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Acrylic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη