Μετάφραση του "acrylate" σε Ελληνικά

Το ακρυλικό είναι η μετάφραση του "acrylate" σε Ελληνικά.

acrylate noun γραμματική

(organic chemistry) Any salt or ester of acrylic acid. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακρυλικό

    — one outer layer consists of acrylic fabric,

    — μία εξωτερική στρώση αποτελείται από ακρυλικό ύφασμα,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " acrylate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "acrylate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ακρυλική ρητίνη · ακρυλικό · ακρυλικό χρώμα · ακρυλικός
  • πλεξιγκλάς
  • ακρυλικό χρώμα
  • ακρυλική ρητίνη
  • Ακρυλικό
  • Προπενικό οξύ · ακρυλικό οξύ · προπενικό οξύ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "acrylate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη