Μετάφραση του "Auction" σε Ελληνικά
Οι Δημοπρασία, πλειστηριασμός, δημοπρασία, πλειστηριασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Auction" σε Ελληνικά.
Auction
-
Δημοπρασία, πλειστηριασμός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Auction " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
auction
verb
noun
γραμματική
A public event where goods or property are sold to the highest bidder. [..]
-
δημοπρασία
noun femininepublic sales event
I stand on my first major auction alone.
Eίναι η πρώτη μου σημαντική δημοπρασία και την αντιμετωπίζω μόνη μου!
-
πλειστηριασμός
noun masculineThe electronic auction may take place in a number of successive phases.
Ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός μπορεί να διεξάγεται σε διαδοχικές φάσεις.
-
δημοπρατώ
verbI am auctioning off a lunch date with me.
Δημοπρατώ ένα γεύμα μαζί μου.
-
πλειστηριάζω
ρήμα
Εικόνες με "Auction"
Φράσεις παρόμοιες με "Auction" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
στο σφυρί
-
δημοπράτης · δημοπρατώ · εκπλειστηριαστής · πλειστηριάζω · πλειστηριαστής
-
Πλατφόρμα δημοπρασιών
-
φιλανθρωπική αγορά · φιλανθρωπική δημοπρασία
-
δημοπρασία ολλανδικού τύπου
-
δημοπρασία · πλειστηριασμός
-
πλειστηριασμός του φάσματος
-
δημοπρατήριο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη