Μετάφραση του "Aussie" σε Ελληνικά
Οι Αυστραλός, Αυστραλέζος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Aussie" σε Ελληνικά.
Aussie
adjective
noun
proper
γραμματική
(colloquial) An Australian. [..]
-
Αυστραλός
noun masculineThat crazy Aussie was beginning to find salt brine tasted a little better than alcohol.
Ο τρελός Αυστραλός άρχισε να βρίσκει την αρμύρα της θάλασσας λίγο πιο νόστιμη από το αλκοόλ.
-
Αυστραλέζος
noun masculineHey, we still can if the aussie's into it.
Ακόμη μπορούμε, αν γουστάρει τρίο ο Αυστραλέζος!
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Aussie " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Aussie"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη