Μετάφραση του "auspicate" σε Ελληνικά
Οι εγκαινιάζω, προλέγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "auspicate" σε Ελληνικά.
auspicate
adjective
verb
γραμματική
To foreshow; to foretoken. [..]
-
εγκαινιάζω
Verb -
προλέγω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " auspicate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη