Μετάφραση του "Avoid" σε Ελληνικά

Οι Αποφεύγω, αναιρώ, αποφεύγω, ακυρώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Avoid" σε Ελληνικά.

Avoid
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αποφεύγω, αναιρώ

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Avoid " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

avoid verb γραμματική

(transitive) To keep away from; to keep clear of; to endeavor not to meet; to shun; to abstain from; as, to avoid the company of gamesters. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποφεύγω

    verb

    to keep away from

    Strains and crises cannot be entirely avoided, but we can limit the damage they cause.

    Οι εντάσεις και οι κρίσεις δεν μπορούν να αποφευχθούν εντελώς, μπορούμε όμως να περιορίσουμε τη ζημιά που προκαλούν.

  • ακυρώνω

    verb

    A party may avoid a contract if, at the time of the conclusion of the contract:

    Ένα μέρος δύναται να ακυρώσει σύμβαση, αν κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης:

  • κάνω κράτει

    verb

    κάνω κράτει (σε κάτι)

Φράσεις παρόμοιες με "Avoid" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Avoid" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη