Μετάφραση του "Bakelite" σε Ελληνικά

Οι βακελίτης, Βακελίτης, βακελίτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bakelite" σε Ελληνικά.

Bakelite noun γραμματική

A heat-resisting chemically inert resin (an early thermosetting plastic) made from phenol and formaldehyde. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βακελίτης

    proper masculine

    a heat-resisting chemically inert resin

  • Βακελίτης

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bakelite " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

bakelite noun γραμματική

Alternative form of [i]Bakelite[/i]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βακελίτης

    masculine

Εικόνες με "Bakelite"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bakelite" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη